Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

''Rurales''













''Ρουράλες''

        Μας παρέλαβε απ' το αεροδρόμιο ο Σέζαρε. Κλασσικό γκραφιτάμαξο με κατεβασμένο το κάθισμα πίσω για να χωράνε τα κοντάρια και οι μπογιές, γεμάτο σκουπίδια. Mου θύμισε τον Ιγνάτιο. Αμέσως τον συμπάθησα. Υπογράφει τα κομμάτια του ως Argonaut, δηλαδή Αργοναύτης. Δεν του είπα πως με λένε Ιάσονα για να μη γίνω γραφικός. 
        Φτάσαμε στο σπίτι του γεωπόνου Αλεσάντρο Γκαλενάρι που οργάνωνε το πρότζεκτ με το όνομα Άρτε Ρουράλες Εμίλια. Πήγαμε κατευθείαν για σκάουτινγκ σποτ στην γύρω αγροτική περιοχή. Στη διαδρομή μου εξήγησε σε πολύ γρήγορα Ιταλικά τι κάνουν εκεί. Η βασική πηγή εισοδήματος της περιοχής είναι η αγροτική παραγωγή αλλά ο τρόπος παραγωγής έχει αλλάξει αρκετά τα τελευταία χρόνια. Πριν, μεγάλοι και μικρότεροι γαιοκτήμονες διαχειρίζονταν την παραγωγή η οποία είχε ποικιλία, απασχολούσε πολλούς εργαζόμενους, σέβονταν το περιβάλλον και διανεμόταν κάπως πιο δίκαια ο πλούτος. 
        Το 2008, λόγο της κλιματικής αλλαγής η παραγωγή του καλαμποκιού στην Aϊώβα και την Νεμπράσκα μειώθηκε δραματικά. Τα ευαίσθητα φυτά, εξαιτίας τις τρύπας του όζοντος δεν κατάφεραν να δώσουν καρπούς. Το καλαμπόκι είναι πολύ σημαντικό συστατικό των ζωοτροφών οπότε αυτό οδήγησε σαν ντόμινο σε αύξηση στην τιμή του κρέατος και γενικότερα ένα κομφούζιο στα χρηματιστήρια και τις τράπεζες που έμεναν απλήρωτες ακόμα και στις ΗΠΑ. Ήταν η λεγόμενη Φούντ Κράϊσις που στις ειδήσεις δεν έπαιξε πολύ. Ίσως, βασικός λόγος για την γενικότερη κρίση και πόλεμο που ακολούθησε.
         Εκείνη την εποχή άλλαξε η αγροτική παραγωγή στη Ρέτζιο Εμίλια, Φεράρα και Μόντενα. Εκβιομηχανοποιήθηκε. Απέραντες εκτάσεις γέμισαν με καλαμπόκια. Οι μικροί καλλιεργητές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις παραγωγές τους ή να εργαστούν στα μεγάλα μεταλλικά εργοστάσια που δημιουργήθηκαν από μεγάλες εταιρείες στην περιοχή για την παραγωγή, συλλογή και επεξεργασία του καλαμποκιού. Κάτι σαν ποστ-ίντερνετ Σταφύλια της Οργής του Στάινμπεγκ. Όπως την περίοδο της άλλης κρίσης πριν τον μεγάλο πόλεμο.
          Η βιοποικιλότητα χλωρίδας και πανίδας απειλείται. Η εντατική αγροτική παραγωγή οδηγεί στην εξάντληση και εξαθλίωση του αγροτικού τοπίου, παρακμή του φυσικού τοπίου αλλά ακόμα και της αρχιτεκτονικής. Ο Αλεσάντρο συνδυάζοντας την αγάπη του για την γεωπονία αλλά και το στριτ αρτ αποφάσισε να οργανώσει το πρότζεκτ ''Ρουράλες'', καλώντας άρτιστς απ' όλο τον κόσμο για να δημιουργήσουν στα εγκατελειμμένα κτήρια με σκοπό να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για το ζήτημα αυτό. 
           Σε αυτή την εξόρμηση ήμασταν ο Argonaut απ' την Μπολόνια, ο Ruin με τον Skirl απ' την Αυστρία, ο Kingsize των 1UP απ' το Βερολίνο και εγώ. Ο Αλεσάντρο μας έδειξε τα κομμάτια που είχαν κάνει άλλοι άρτιστς στο παρελθόν και μας πήγε σε ένα μεγάλο πέτρινο οίκημα καμία δεκαπενταριά χιλιόμετρα απ' το σπίτι του. Πρέπει να ήταν χτισμένο την εποχή της φεουδαρχίας. Η σκεπή είχε πέσει και πιο δίπλα υπήρχε ένας στάβλος που δεν είχε καταρρεύσει ακόμα. Αμέσως όλοι αρχίσαμε το βάψιμο. Πήρα μια μεγάλη ρόδα και την τσούλησα ως τον στάβλο όπου και την στρίμωξα σε ένα χοντρό δοκάρι που κρεμόταν απ' την σκεπή σαν ψωλή. Ήταν βασικά απ' αυτά τα δοκάρια που κρατάνε τις σκεπές αλλά αυτό αν και είχε πέσει δεν πήρε και την σκεπή μαζί του. Τα έβαψα άσπρα σε κάποια σημεία και τον τοίχο πίσω ώστε να κάνω κάποιου τύπου ιλουζιονισμού. Μετά πήρα το κοντάρι και έγραψα απέναντι ανορθόγραφα τη λέξη ΛΕΥΤΈΡΟΙΑ. Επιτέλους ένιωθα ελεύθερος μετά από αρκετό καιρό πίεσης στην Ελλάδα. Ελεύθερος κυρίως δημιουργικά χωρίς να με ενδιαφέρει η κρίση του καθενός παπουτσοπώλη, αμαξοπώλη, δικηγόρου, δήμαρχο-παράγοντα, αναρχοδικαστή, γκραφιτοσκληροπυρινικού, χιπστεροπροτοπώρου, ή Ντοκουμενιστή. Βάφαμε για την πάρτη μας και για να βοηθήσουμε τον Αλεσάντρο να σώσει την Γη που γεννήθηκε και ζει.
-Γη και Ελευθεροία
          Την επόμενη μέρα ο γεωπόνος Αλεσάντρο ή αλλιώς γκραφιτάς Tarkus οδήγησε εμένα παρέα με ένα ζευγάρι πολύ δυνατών Μπολονέζων καλλιτεχνών την Dielis και τον Luogo Comune σε ένα άλλο εγκατελειμένο σποτ το οποίο μου θύμισε πάλι οικία μεγάλης αγροτικής οικογένειας απ' την εποχή της φεουδαρχίας. Του είπα να μου βρει μια μεγάλη πόρτα. Έχω βαρεθεί τις τοιχογραφίες που θυμίζουν γιγάντια στίκερς. Προτιμώ τελευταία να βάφω πόρτες που μοιάζουν με τελαρωμένα έργα που μπορούν να αποκοπούν απ' την αρχιτεκτονική που δεν εκτιμώ και πολύ γενικά σαν τέχνη στη σημερινή της θεμελιακή μορφή.                
           Βρήκαμε μισή πόρτα, με μια τρύπα από πάνω σαν κάποιος να ξερίζωσε το οικόσημο που υπήρχε εκεί. Μπήκα μέσα στο χώρο που η σκεπή είχε καταρρεύσει. Εντόπισα μία μεγάλη σιδερένια βέργα, ένα ποδήλατο, ένα λάστιχο μηχανής και ένα αυτοκινήτου. Αποφάσισα να κάνω κάτι με αυτά. Τα έβαψα, χρησιμοποιώντας και το σώμα του ποδηλάτου σαν στένσιλ στην πόρτα. Προσπάθησα να κάνω την μεγάλη σιδερένια βέργα να αιωρείται με την βοήθεια των ελαστικών και στη συνέχεια έχτισα ένα μικρό φούρνο με τα τούβλα που θύμιζαν Βενετσίανικα. Ακολούθησαν δύο εκρήξεις μέσα στον φούρνο τις οποίες και βιντεοσκόπησα. Όλη η διαδικασία έγινε με τέτοιο φλοόυ, χωρίς καν να σκέπτομαι, με οδηγούσαν τα υλικά τα οποία δεν προσπαθούσα να δαμάσω όπως την μπογιά στη ζωγραφική για να δημιουργήσω μορφές αλλά ήταν κάτι χειρωνακτικό σαν εργατική δουλειά με μια θρησκευτική ροή. Το αποτέλεσμα με ικανοποίησε χωρίς να έχει κάποια ανταλλακτική αξία σαν αντικείμενο. Ο Αλεσάντρο εκτίμησε πολύ την προσπάθεια μας και μας ευχαρίστησε αρκετές φορές. 
       Έπρεπε να ξεκουραστούμε γιατί την επόμενη μέρα μας περίμενε το εργοστάσιο. Δεν το κάναμε όμως και πήγαμε νομίζω στο χειρότερο καραόκι κωλόμπαρο που έχω δει για να γιορτάσουμε. Έπαιξε το κακάο κακαό και χορέψαμε όλοι μαζί σε τρενάκι σαν σε χαζή ταινία. 
        Επιτέλους φάγαμε! Πίτσα! Βίγκαν αλλά τουλάχιστον φάγαμε. Θα το κόψω το κρέας, που θα πάει. Ο Ντάμιαν απ' το Βερολίνο που μου θύμισε τον ήρωα του Χέρμαν Έσσε έβγαλε ένα χοντρό μαύρο μάρκερ και άρχισε να ζωγραφίζει πάνω στα χάρτινα κουτιά, οι υπόλοιποι ακολούθησαν. Ο Σέζαρε με την φίλη του απ' την Μπολόνια έφτιαξαν με τα κουτιά δύο ψεύτικες ρακέτες του τένις και άρχισαν να κάνουν πως παίζουν σαν παντομίμα ενώ προσποιούνταν τον ήχο της μπάλας. Όλοι κοιτούσαμε δεξιά κι αριστερά σαν σε κανονικό αγώνα. Δις ίζ Ινβίζιμπλ Τένις είπε η Φλάβια με καμάρι. Σαν το Μπλόου Απ του Αντοντιόνι της είπα. Ναι, την τελευταία σκηνή που οι ομάδα των μίμων/αναρχικών/προχίπιδων που περιφέρονταν με ένα βανάκι κατέληξε να παίζει τένις στον τόπο του εγκλήματος και μαζί τους βρέθηκε και ο πρωταγωνιστής φωτογράφος που προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στο μυστήριο. Τότε σκέφτηκα πως κάτι τέτοιο είμαστε και εμείς. Ένα μεταμοντέρνο είδος προχίπιδων, ίσως κάτι σαν τους Μπήτνικς. Αλλά αυτό θα μπορούσε να μας το πει καλύτερα ο Νάνος Βαλαωρίτης που είχε τέτοια εμπειρία και ίσως θα ήταν ο μόνος που γνωρίζω ότι θα μπορούσε να συγκρίνει. Στην εισαγωγή του Έξιτ Θρού Δε Γκίφτ Σόπ, ο αφηγητής του Μπάνκσυ, δηλώνει πως το μεγαλύτερο αντισυστημικό κίνημα μετά την Πανκ είναι το στρήτ αρτ και εδώ θα συμφωνήσω μαζί του. Όπως και την πανκ, το σύστημα προσπαθεί να αφομοιώσει και το στρητ αρτ θα συμπληρώσω. Αλλά ομάδες σαν του Αλεσάντρο και προσπάθειες σαν το Ρουράλες δεν μοιάζουν να χωράνε πουθενά, ούτε να εξυπηρετούν κάποιο ιδιωτικό συμφέρον. Ίσως είναι μια απ`τις στιγμές της ιστορίας που αν πιστεύαμε λίγο παραπάνω στην ματαιοδοξία μας να ιδρύαμε ένα κίνημα. Όπως οι ρομαντιστές στα σαλόν ή οι καταστασιακοί στα καφέ. Δεν έχει σημασία πως θα το ονομάζαμε. Ας το λέγαν και ζουζουνισμό. Όλοι μοιάζαμε, βρώμικα παντελόνια, δημιουργικοί, με τις ίδιες ελευθεριακές ιδέες και τις ίδιες περίπου πρακτικές. Μόνο που δεν είχαμε ξανασυναντηθεί και ερχόμασταν από διαφορετικές χώρες αλλά ήμασταν όλοι τόσο ίδιοι και μας συνέδεε το πάθος για την τέχνη στον δημόσιο χώρο. 
       Τώρα όμως έπρεπε πραγματικά να ξεκουραστούμε. Άνθρωποι είμαστε, όχι ρομπότ. Επόμενη στάση το Εργοστάσιο της Οφφίτσινε Ρετζιάνε.