Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

 ''Officine Reggiane'' 






  
''Οφφίτσινε Ρετζάνε''

          Δεύτερη στάση στο ταξίδι μας ήταν το Ρέτζιο Εμίλια, μικρή πόλη κοντά στην Μπολόνια. Εκεί θα γινόταν το μεγάλο γκραφίτι τζαμ που όλοι οι ζουζούνιδες/βρωμοπαντελόνιδες περίμεναν. Στο δρόμο για εκεί η Ιβάνα μου είπε λίγα λόγια για την ιστορία του εγκαταλειμμένου εργοστασίου που θα βάφαμε.
          Το 1904, στην αυγή της ιταλικής βιομηχανοποίησης της παραγωγής στο Ρέτζιο Εμίλια εγκαταστάθηκε μια μεταλλουργία με το όνομα Οφφίτσινε Ρετζάνε. Για τις ανάγκες του πρώτου παγκόσμιου πολέμου η παραγωγή του εργοστασίου στράφηκε στην πολεμική βιομηχανία και αργότερα στην αεροναυπηγική και πιο συγκεκριμένα στην παραγωγή ιπτάμενων πολεμικών μηχανών όπως το θρυλικό RΕ 2000, τον βασιλιά των πολεμικών αεροσκαφών που ερχόταν απ' το μέλλον. Μετά και τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο η εταιρεία άρχισε να κάνει ομαδικές απολύσεις και οι εργάτες αντέδρασαν και κατέλαβαν το εργοστάσιο το 1950. Στόχος τους ήταν οι καλύτερες εργασιακές συνθήκες και η μετατροπή της παραγωγής σε άλλα αγαθά. Οι αγρότες και παραγωγοί της περιοχής στάθηκαν αλληλέγγυοι σε αυτό το εγχείρημα και έδιναν τα προϊόντα τους στους καταληψίες. Οι εργάτες κατάφεραν μέσα σε ένα χρόνο, δουλεύοντας χωρίς κέρδη αλλά και χωρίς αφεντικά να σταματήσουν την παραγωγή πολεμικών μηχανών και να δημιουργήσουν το πρωτότυπο τρακτέρ R60. Η κατάληψη έληξε στις 8 Οκτωβρίου του 1951 και από τότε η παραγωγή του εργοστασίου είχε μόνο ειρηνικούς σκοπούς. 
         Η Ιβάνα επέμενε πως είχε πολύ σημασία για την Ιταλική ιστορία. Ναι, γιατί όχι και για την παγκόσμια σκέφτηκα αλλά αργότερα όταν έψαξα τον Ελληνόφωνο ιστοχώρο δεν βρήκα καμία αναφορά. Nα γιατί αποφάσισα να σας γράψω μερικές από αυτές τις βαρετές πληροφορίες.
         Φτάσαμε στο Ρέτζιο Εμίλια πεινασμένοι, μπήκα σε ένα μπαρ και παρήγγειλα ένα γλυκό με μασκαρπόνε και ρύζι. Το έφαγα πολύ γρήγορα κατέβηκα τις σκάλες να βρω την τουαλέτα να κατουρήσω και διαπίστωσα πως το υπόγειο ήταν κρυφή χαρτοπαικτική λέσχη. Ουέλκομ του Ιτάλια! Ακριβώς απέναντι ήταν το διαμέρισμα της Κιάρα που θα μας φιλοξενούσε. Στο δωμάτιο είχε μια καρτ ποστάλ με τον Κιθ Χάρινγκ και μια παλέτα με χρώματα καρφωμένη στον τοίχο. Έπρεπε να ξεκουραστούμε γιατί το πρωί ήταν το τζαμ και ήμασταν ήδη 2 μέρες στο δρόμο και βάψιμο σερί. 
         Το εργοστάσιο βρισκόταν πίσω απ`τον σταθμό των τραίνων δίπλα στο γιάρντ. Πρώτα βλέπεις μια παλιά τοιχογραφία του Μπλου που είναι απ' την Μπολόνια. Όλοι απ' το κρου αποφάσισαν να βάψουν έξω την μάντρα του εργοστασίου και εγώ μπήκα μέσα να εξερευνήσω τα αχανή κτήρια του. Το εργοστάσιο έχει εγκαταλειφθεί απ' το 2008 και εκτός από πέτρες και σπασμένα τσάμια δεν έχει και πολλά αντικείμενα. Στα πιο καλοδιατηρημένα κτήρια μένουν άνθρωποι. Δεν τους είδα αλλά το κατάλαβα απ' τα απλωμένα ρούχα. Μπήκα σε ένα απ' τα κτήρια που δεν είχε πολλά γκραφίτι και αποφάσισα να βάψω εκεί. Άρχισα μαζεύοντας ό,τι αντικείμενο βρήκα ενδιαφέρον, την φωτογραφία ενός κλαρκ, μια σκασμένη μπάλα, ένα μεγάλο σωλήνα, μια απαγορευτική πινακίδα, ένα ακέραιο μπουκάλι, ένα πορτοκαλί δίχτυ και μια σάπια ξύλινη ρόδα. και άρχισα να χτίζω έναν φούρνο στο πλάι για να βάλω φωτιά αργότερα. Τα τοποθέτησα σαν να μου είχαν ζητήσει να κάνω ένα σκηνικό για μια θεατρική παράσταση με θέμα τον αγώνα των εργατών και τα χρωμάτισα και λίγο με το κόκκινο για να ζωντανέψουν. Προς μεγάλη μου έκπληξη, εμφανίστηκε απ' το πουθενά η Κιάρα που μας φιλοξενούσε, είχε διαβάσει λέει για το τζαμ και ήρθε να μας βρει μετά την δουλειά. Το είχα καταλάβει πως είναι φιλότεχνη. Κονόσι Κουνέλης; Με ρώτησε. Οφκόρς της απάντησα. Οφκόρς, χι ουόζ γκρίκ. Στο τέλος, λίγο πριν νυχτώσει, άναψα τον φούρνο που δημιούργησε εκρήξεις. (Tην όλη διαδικασία μπορείτε να παρακολουθήσετε και στο παρακάτω βίντεο). 
        Είμαι πολύ διχασμένος μέσα μου για τις εκρήξεις. Από μικρός μου άρεσε να παίζω με την φωτιά και στο Τεμπλόνι που μεγάλωσα, διασκέδαζα πολύ όταν καίγαμε τα ξερόχορτα ή τα κλαδιά με τα το κλάδεμα την Άνοιξη και το Φθινόπωρο. Γενικότερα είχα καλή σχέση με την φωτιά και ακόμα ξαφνιάζομαι, όταν βλέπω παιδιά της πόλης να την χειρίζονται αδέξια. Κάθε πρωί, μαζί με την αδερφή μου ανάβαμε την ξυλόσομπα πριν πάμε σχολείο για να βρούμε το σπίτι ζεστό μετά το σχόλασμα μιας και αυτή η ξυλόσομπα ήταν η μόνη σοβαρή πηγή θερμότητας στο σπίτι που μεγάλωσα. Αν και η φωτιά είναι απρόβλεπτη και πρέπει πάντα να την φοβόμαστε, οπότε ας μην είμαι υπερόπτης.  Αργότερα στην Αθήνα στο φοιτητικό κίνημα αλλά και τη εξέγερση του Δεκέμβρη ήμουν από αυτούς που έστηναν τα οδοφράγματα και έβαζαν φωτιές στους μεταλλικούς κάδους για να σπάσει το δακρυγόνο όπως λέγαμε. Με γοήτευε η φωτιά και η πρώτη γραμμή αλλά ποτέ δεν πέταξα μολότοβ ή έκαψα κάποια περιουσία, όχι από δειλία αλλά από επιλογή. Είχα πίσω μου τους Επουφίτες της φιλοσοφικής να με κράζουν που συμμετείχα στα μπάχαλα και μπροστά μου τους μπαχαλάκηδες να με λένε φλώρο που δεν κάνω δολιοφθορές. Αλλά οι εκρήξεις είναι πάντα όμορφες και εντυπωσιακές σε ελεγχόμενα πλαίσια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σαν μορφή βίας όμως σε άλλες καταστάσεις και αυτό είναι κάτι που με τρομάζει. Μια μορφή άνανδρης βίας που ο κάθε θρασύδειλος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να τρομάζει όποιον δεν γουστάρει. Εκρήξεις και βόμβες χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν και τρομοκράτες αλλά τουλάχιστον κάνουν ένα προειδοποιητικό τηλεφώνημα ώστε να μην υπάρχουν ανυποψίαστα θύματα. Όταν δεν το κάνεις αυτό μπορεί να σκοτώσεις οποιονδήποτε, μια περαστική γιαγιούλα που κατέβηκε να πετάξει τα σκουπίδια στις πέντε το πρωί, κάποιον άστεγο ή ακόμα και κάποιο αδέσποτο σκύλο. Πραγματικά η φωτιά, όπως και η πυρηνική ενέργεια είναι μια δύναμη που αν πέσει στα χέρια ανόητων μπορεί μόνο κακό να κάνει. Γι' αυτό θύμωσαν και οι θεοί με τον Προμηθέα μάλλον. Ο λόγος που κάνω τις εκρήξεις εγώ δεν έχουν καμία σχέση με τον τρόμο ή την βία. Προσπαθώ να δείξω μάλλον το αντίθετο. Ενώ έχω την τεχνογνωσία, την δύναμη και τα υλικά να προκαλέσω βία και τρόμο εγώ τα χρησιμοποιώ μόνο για ψυχαγωγικούς σκοπούς όπως ο πυροτεχνουργός του Εγγονόπουλου στο ποίημα ''Περί Ύψους''  έφτιαχνε τα πυροτεχνήματα για τα πανηγύρια. Μόνο που εγώ δεν πίνω στα καπηλειά και έχω μια Ελένη να με περιμένει και να φροντίζει να μην σκοτωθώ. 
       Φεύγοντας αφήσαμε στην Κιάρα ένα τριαντάφυλλο που πήραμε στο δρόμο, μερικά αυτοκόλλητα και ένα τυπωμένο ασπρόμαυρο στόμα. Έπρεπε να φύγουμε για Μπολόνια γρήγορα με το τραίνο το πρωί.